Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Gegebenheit 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Gegebenheit (de) θηλυκό (πληθυντικός: die Gegebenheiten)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία