Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Swedish (en)

  1. τα σουηδικά, η σουηδική γλώσσα
  2. και Swedes: οι Σουηδοί συνολικά[1]

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

Swedish (en)