Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Nationalpark < national + Park

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Nationalpark (de) αρσενικό

  1. εθνικό πάρκο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία