Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Nationalelf < national + elf

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Nationalelf (de) θηλυκό

  1. (αθλητισμός) εθνική ομάδα ποδοσφαίρου