Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Löwe 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Löwe (de) θηλυκό

  1. ο Λέων (αστερισμός)
  2. (ζωολογία) το λιοντάρι