Αγγλικά (en)Επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
Galician Galicians

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Galician < Galicia + -an

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Galician (en)

  1. (εθνικό όνομα) ο Γαλικιανός
  2. τα γαλικιανά

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία