Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Feuerleiter 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Feuerleiter (de) θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη  Feuer