Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Durchgang (de) αρσενικό

  1. o διάδρομος, το πέρασμα, η διάβαση
  2. η διάβαση (πράξη)
  3. o γύρος (φάση)