Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Beobachtung (de) θηλυκό

  1. η παρατηρητικότητα
  2. η επίβλεψη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία