Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Beobachterin < θηλυκό του Beobachter

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

Beobachterin (de) θηλυκό

  1. η παρατηρήτρια