Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Benzinkosten < Benzin + Kosten

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Benzinkosten (de) πληθυντικός

  1. τα έξοδα βενζίνης