Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /baʊ̯m/
audio 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Baum (de) αρσενικό (πληθυντικός Bäume)