Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Aufklärungsarbeit < Aufklärung + Arbeit

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Aufklärungsarbeit (de) θηλυκό

  1. εργασία ενημέρωσης