Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Adjektiv 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Adjektiv (de) ουδέτερο (πληθυντικός: die Adjektive)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία