Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Adamo (eo)

Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Adamo < εβραϊκή אָדָם‎ που σημαίνει άντρας

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Adamo (it) αρσενικό(θηλυκό : Adama)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία