Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Από τα αρχικά “Absent Without Official Leave”

  ΣυντομομορφήΕπεξεργασία

AWOL (en)

  1. (στρατιωτικός όρος) αδικαιολογήτως απών, που βρίσκεται σε λάθος τοποθεσία όμως χωρίς πρόθεση λιποταξίας
  2. (μεταφορικά) ξεστρατισμένος (απ'τον σκοπό του)· κατ' επέκταση: άτακτα/άσκοπα πλανώμενος