Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὁρμέω < ὅρμος

  ΡήμαΕπεξεργασία

ὁρμέω-ὁρμῶ

  1. (για πλοία) είμαι αγκυροβολημένος

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία