Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὀρνιθεύω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ὀρνιθεύω

  1. παγιδεύω, πιάνω πουλιά