Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ὀλίγαιμος τὸ ὀλίγαιμον οἱ, αἱ ὀλίγαιμοι τὰ ὀλίγαιμα
Γενική τοῦ, τῆς ὀλιγαίμου τοῦ ὀλιγαίμου τῶν ὀλιγαίμων τῶν ὀλιγαίμων
Δοτική τῷ, τῇ ὀλιγαίμῳ τῷ ὀλιγαίμῳ τοῖς, ταῖς ὀλιγαίμοις τοῖς ὀλιγαίμοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ὀλίγαιμον τὸ ὀλίγαιμον τοὺς, τὰς ὀλιγαίμους τὰ ὀλίγαιμα
Κλητική ὀλίγαιμε ὀλίγαιμον ὀλίγαιμοι ὀλίγαιμα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ὀλιγαίμω
Γενική-Δοτική ὀλιγαίμοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὀλίγαιμος < ὀλίγος + αἷμα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ὀλίγαιμος, -ος, -ον