Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὀδύσσομαι < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ὀδύσσομαι

  1. (επικό) είμαι οργισμένος με κάποιον, μισώ

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία