Ετυμολογία

επεξεργασία
ἱεροτελῶ < ἱερο- + τελῶ με τύπους όπως στα -έω ρήματα: ἱεροτελέω

ἱεροτελῶ

Ρηματικοί τύποι

επεξεργασία
  • ἱεροτελεῖ (γ' πρόσωπο ενεστώτα)
  • (Χρειάζεται επεξεργασία)

Συγγενικά

επεξεργασία