Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀντάω < ἄντα

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἀντάω (& ιωνικός τύποςἀντέω) - ἀντῶ (συνηρημένο)

  1. έρχομαι απέναντι, πρόσωπο με πρόσωπο
  2. συναντώ
  3. αντιμετωπίζω