Σερβικά (sr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

додатак (sr) (λατινική γραφή: dodatak) αρσενικό

  1. η προσθήκη
  2. (για εφημερίδα, περιοδικό, κλπ) το ένθετο
    kulturni dodatak - πολιτιστικό ένθετο

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία