Ρωσικά (ru) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

берег 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

берег (ru) (béreg) αρσενικό

  1. ακτή, όχθη, παραλία
  2. γη

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Ο ανώμαλος τύπος πληθυντικού берега είναι στην πραγματικότητα παλιά δϋική μορφή, αφού τα ποτάμια έχουν δύο ακτές.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία