Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψήνομαι < παθητική φωνή του ρήματος ψήνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ψήνομαι, πρτ.: ψηνόμουν, στ.μέλλ.: θα ψηθώ, αόρ.: ψήθηκα, μτχ.π.π.: ψημένος

  1. για φαγητό που ετοιμάζεται στο φούρνο ή στα κάρβουνα
    το φαγητό ψήνεται στους 200 βαθμούς για δύο ώρες
  2. (μεταφορικά) με ζεσταίνει υπερβολικά κάτι
    οι οικοδόμοι ψήνονται κάτω από τον καυτό ήλιο
  3. (κατ’ επέκταση) έχω υπερβολικά μεγάλη θερμοκρασία σώματος
    ψήνομαι στον πυρετό
  4. σκέφτομαι να κάνω κάτι
    ψήνομαι ν' αγοράσω καινούριο υπολογιστή


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία