Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψάλλομαι < μεταγενέστερη ελληνική ψάλλομαι < αρχαία ελληνική ψάλλω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ψάλλομαι και ψέλνομαι (ψάλλομαι, ψαλλόμουν, θα ψαλθώ - θα ψάλλομαι, ψάλθηκα, έχω/είχα/θα έχω ψαλθεί)

  1. για κάτι που τραγουδιέται σε ειδικό ρυθμό από χορωδία ή από ψάλτη (συνήθως για ύμνους)
    Χτες ψάλθηκε το Τροπάριο της Κασσιανής (και αρχαϊζων αόριστος "εψάλη")
    το ψαλλόμενο τροπάριο (που ψέλνεται, ψάλλεται τώρα)
    το ψαλθέν τροπάριο (που ψάλθηκε, με αρχαϊζουσα μετοχή της καθαρεύουσας)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία