Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φωσφοριζέ < γαλλικό phosphorisé

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φωσφοριζέ άκλιτο

ρολόι με δίκτες φωσφοριζέ


ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία