Άνοιγμα κυρίου μενού

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φρενώλης < φρήν + ὄλλυμι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φρενώλης,-ής, ές

  • που έχει χάσει το μυαλό του, παράφρων