Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φεραυγής < φέρω και αὐγή

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φεραυγής, ής, ές

  1. που φέρνει το φως