Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αὐγή < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αὐγή θηλυκό

  1. το φως του ήλιου