Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

φίλους αρσενικό

  1. φίλος, στην αιτιατική του πληθυντικού