Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

υγειονολόγου αρσενικό ή θηλυκό

  1. υγειονολόγος, στη γενική του ενικού