Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

  Ρηματικός τύπος επεξεργασία

τσαλαβουτήσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσαλαβουτώ
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλαβουτώ
  3. θα τσαλαβουτήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τσαλαβουτώ