Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

τοσάκις < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

τοσάκις

  1. (λόγιο) τόσες φορές, πάρα πολλές φορές

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία