Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

τάρανδε αρσενικό

  1. τάρανδος, στην κλητική του ενικού