Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

παιδοψυχολόγων αρσενικό ή θηλυκό

  1. παιδοψυχολόγος, στη γενική του πληθυντικού