Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οἰκωφελία < οἰκωφελής < οἶκος + ὀφέλλω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οἰκωφελία

  1. η επιμέλεια του οίκου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία