Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ οἰκωφελής τὸ οἰκωφελές οἱ, αἱ οἰκωφελεῖς τὰ οἰκωφελ
Γενική τοῦ, τῆς οἰκωφελοῦς τοῦ οἰκωφελοῦς τῶν οἰκωφελῶν τῶν οἰκωφελῶν
Δοτική τῷ, τῇ οἰκωφελεῖ τῷ οἰκωφελεῖ τοῖς, ταῖς οἰκωφελέσι(ν) τοῖς οἰκωφελέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν οἰκωφελ τὸ οἰκωφελές τοὺς, τὰς οἰκωφελεῖς τὰ οἰκωφελ
Κλητική οἰκωφελές οἰκωφελές οἰκωφελεῖς οἰκωφελ
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική οἰκωφελεῖ
Γενική-Δοτική οἰκωφελοῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οἰκωφελής < οἶκος + ὀφέλλω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

οἰκωφελής,ής,ές

  1. εκείνος που αυξάνει τον οίκο, που τον προάγει

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία