Αρχική σελίδα
Τυχαίο
Σύνδεση
Ρυθμίσεις
Δωρεές
Σχετικά με Βικιλεξικό
Αποποίηση ευθυνών
Αναζήτηση
οστεοπορώσεως
Γλώσσα
Παρακολούθηση
Επεξεργασία
Νέα ελληνικά
(el)
επεξεργασία
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
επεξεργασία
οστεοπορώσεως
θηλυκό
(
λόγιο
)
γενική
ενικού
του
οστεοπόρωση
εναλλακτικά:
οστεοπόρωσης