Ελληνικά (el) Edit

  Ετυμολογία Edit

ξεσέρνω < ξε + σέρνω

  ΡήμαEdit

ξεσέρνω

  1. σέρνω κάτι, το τραβάω για να το μετακινήσω χωρίς να φροντίζω ή χωρίς να μπορώ να το ανασηκώσω για να μη σέρνεται

  ΜεταφράσειςEdit