Άνοιγμα κυρίου μενού

Βικιλεξικό β

νήστεψαν

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

νήστεψαν

  1. γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νηστεύω