Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

μικρασιάτικων

  1. μικρασιάτικος, στη γενική του πληθυντικού
  2. μικρασιάτικη, στη γενική του πληθυντικού
  3. μικρασιάτικο, στη γενική του πληθυντικού