Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαψυλάκας < μάψ (μάταια) + ὑλάω / ὑλακτέω / ὑλακτῶ (γαβγίζω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαψῠλᾰ́κᾱς αρσενικό

  1. (κυριολεκτικά) αυτός που μάταια γαβγίζει
  2. (μεταφορικά) αυτός που επαναλαμβάνει τα ίδια