Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάδησις < αρχαία ελληνική μάδησις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάδησις θηλυκό

  1. το μάδημα στην καθαρεύουσα
  Δείτε επίσης: μάδημα

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάδησις < μαδάω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάδησις-εως

  • η απώλεια των μαλλιών
'μάδησίς τε ὅλης τῆς κεφαλῆς ἐγίνετο καὶ τοῦ γενείου καὶ... (Ιπποκρ. Επιδημιών Γ, Κατάστασις 4)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία