Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

κωκύω

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κωκύω < καύαξ (γλάρος)

  ΡήμαΕπεξεργασία

κωκύω κραυγάζω, οδύρομαι, θρηνώ

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

μοιρολογέω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία