Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

ιατροφιλόσοφων αρσενικό

  1. ιατροφιλόσοφος, στη γενική του πληθυντικού