Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

ιατρείων ουδέτερο

  1. ιατρείο, στη γενική του πληθυντικού