Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

ιαμβογράφε αρσενικό

  1. ιαμβογράφος, στην κλητική του ενικού