Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζαντός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ζαντός αρσενικό, ζαντή θηλυκό, ζαντό ουδέτερο

  1. (ποντιακά) χαζός, αγαθός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία