Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

ζαλίστηκες

  1. β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλίζομαι